Η Ζήνα Κουτσελίνη γράφει:
«Ήταν στα πρώτα μου επαγγελματικά βήματα, όταν συνάντησα τη Ρένα Παγκράτη, για τις ανάγκες του ρεπορτάζ. Ήταν όπως τότε…που την έβλεπα στο Λούνα Παρκ. Ένιωσα ότι το πρόσωπό της, εξέπεμπε ακριβώς την ίδια γοητεία. Διέθετε το ίδιο μπρίο κι έβγαζε μια ζεστασιά, που όμοιά της μέχρι τότε δεν είχα συναντήσει, σε συνεντευξιαζόμενο. Σε αντιμετώπιζε, σα να σε γνώριζε χρόνια. Η χειραψία της, έδειχνε μια γυναίκα με πάθος. Είχε τέτοια δύναμη, που όταν σου άπλωνε το χέρι, νόμιζες ότι ήθελε να χορέψετε. Η εσωτερική της δύναμη, έβγαινε στα χέρια. Το συνηθέστερο, είναι στο βλέμμα. Σε εκείνη, η χειραψία έκανε τη διαφορά. Αξέχαστη δύναμη!
Είχαμε αποκτήσει, από τις πρώτες τηλεοράσεις στο νησί και θυμάμαι και τους γείτονες να έρχονται να δουν τα αγαπημένα τους σήριαλ. Την ξεχώριζες, από τότε. Είχε αυτή τη λαϊκή εικόνα, που κάνει το είδωλο αγαπητό, άμα τη εμφανίσει. Η Σεμίνα Διγενή, παρουσίαζε τότε τους ‘’Άλλους Καιρούς ‘’ στον Αntenna, με τεράστια επιτυχία, όχι μόνο σε νούμερα, αλλά και σε συνεντεύξεις, που είχε φιλοξενήσει. Από τις πιο συζητημένες, η Πρωτοχρονιά του 1995, με ποδαρικό, από το ζεύγος Μητσοτάκη. Από τις πιο δυνατές μου στιγμές, η γνωριμία μου με τη Νίτσα Τσαγανέα. Μεγάλη Πρωταγωνίστρια της σκηνής και της ζωής!
Για την εκπομπή της Σεμίνας, θα συναντούσα τη Ρένα Παγκράτη. Ήθελα πολύ να τη γνωρίσω. Είχα διαβάσει το βιογραφικό της και ήθελα να μάθω πολλά. Φοβόμουν μη τυχόν με έπιανε αδιάβαστη. Αρχίσαμε να μιλάμε και διηγούνταν την καριέρα της, σαν το παιδί που λέει στη δασκάλα το μάθημα. Θυμόταν κάθε τηλεοπτική ή κινηματογραφική της στιγμή, με κάθε λεπτομέρεια σε ρόλους και παρασκήνιο. Όταν σου μιλούσε, ήταν σα να φώναζε. Το ηχόχρωμά της, είχε μια δύναμη, που μου θύμισε την οικογένεια μου. Εμείς όμως μιλούσαμε δυνατά, γιατί πάντα στο σπίτι υπήρχαν καυγάδες. Ζούσαμε στη φασαρία και ο ένας μιλούσε πιο δυνατά από τον άλλον, για να ακουστεί ο λόγος του. Εκείνη, γιατί μιλούσε τόσο δυνατά; Γιατί μου θύμισε τη μάνα μου, με τον πατέρα μου; Κατάλαβα πολύ γρήγορα, πως για μεγάλο διάστημα, ένιωθε ξεχασμένη και ήθελε να ακουστεί και η δική της φωνή. Σα να ένιωθε, ότι για μεγάλο διάστημα, κάποιοι προσπαθούσαν να τη φιμώσουν, κι ας είχε τόσο στεντόρεια φωνή. Μου μιλούσε για το Γιάννη Δαλιανίδη, τον Διονύση Παπαγιανόπουλο, τον Στάθη Ψάλτη και τα μάτια της έβγαζαν μια νοσταλγία. Αναπολούσε τις στιγμές με κάθε λεπτομέρεια και μου έκανε μεγάλη εντύπωση, πώς θυμόταν με ακρίβεια κάθε στιγμή.
Τη συμπάθησα, από την πρώτη χειραψία. Ήμουν θαυμάστριά της, από τότε που την έβλεπα στην ασπρόμαυρη τηλεόραση, στο νησί και ήθελα να αγγίξω τα πλούσια μαλλιά της. Την ίδια κόμμωση, είχε και όταν την συνάντησα. Ήταν σταθερή, στις επιλογές της.
Μετά το ρεπορτάζ, περπατήσαμε για λίγο παρέα και συζητούσαμε. Διέκρινα στα λόγια της, ένα ‘’γαμώτο. ‘’ Την είχε πικράνει, που ενώ γινόντουσαν πολλές δουλειές, ήταν στην απέξω. Ένιωσα ότι χτύπησε αρκετές πόρτες και τις έβρισκε κλειστές. Ανταλλάξαμε τηλέφωνα. Της έδωσα του σπιτιού μου, με την ένδειξη ότι θα με βρίσκει μετά τις δέκα το βράδυ, καθώς δούλευα μέχρι αργά. Με πήρε στο τηλέφωνο, να με ευχαριστήσει, αφού το ρεπορτάζ μου συνόδευσε την παρουσία της στο πλατό. Σπάνια συναντάς τέτοια ευγνωμοσύνη στους ανθρώπους, του ευρύτερου καλλιτεχνικού χώρου. Δεν είχα κάνει τίποτα σπουδαίο, εκτός από τη δουλειά μου. Ένιωσε όμως πως τη σεβάστηκα και ακούστηκε η φωνή της στο ρεπορτάζ. Ένιωσε πως δεν τη φιμώσαμε στην εκπομπή. Η Σεμίνα, είχε το ταλέντο να αφήνει τους καλεσμένους της να μιλούν και να εκθέτουν τη ζωή τους. Δεν μιλούσε εκείνη, για εκείνους. Τους άφηνε… και όταν τελείωνε η αφήγησή τους, είχες μάθει πολλά. Μετά το μοντάζ, έκανε θαύματα και όλη η αφήγηση αποκτούσε και εικόνα. Είναι μαέστρος, στην τηλεόραση. Σπάνιο ταλέντο και σίγουρα δεν περιμένει από εμένα να το ακούσει. Εγώ απλώς δηλώνω φανατική της θαυμάστρια …
Συναντηθήκαμε άλλες δύο, τρεις φορές και την ένιωσα πολύ πιεσμένη, αγανακτισμένη. Ήθελε να δουλέψει. Ήθελε να ξαναμπεί στα πράγματα. Όπως μου έλεγε, χτυπούσε πόρτες, τους αναζητούσε στα τηλέφωνα, μα μάταιος κόπος. Δεν μπορούσα, να τη βοηθήσω. Ήμουν νέα στο χώρο. Δεν διέθετα γνωριμίες.
Ένα βράδυ του 1996, ήταν αρχές Σεπτέμβρη, χτυπάει το τηλέφωνό μου και είναι εκείνη. Η φωνή της, ακουγόταν χαμηλά. Δεν είχε τη δύναμη της πρώτης μας συνάντησης. Την ένιωσα να μου μιλά και να χάνεται. Δεν ήξερα τι της συνέβαινε. Άκουσα στη φωνή της μια απόγνωση. Είχε βαρεθεί μου είχε ομολογήσει να βρίσκει κλειστές, αμπαρωμένες, πόρτες. Δεν είχα πώς να τη βοηθήσω. Πώς να αντικρούσω τη σκληράδα των λεγομένων της. Άρχισα να της μιλώ με ονόματα, που ενδεχομένως θα μπορούσαν να τη βοηθήσουν κι εκείνη την περίοδο ήταν στα πάνω τους. Της μίλησα και για παλαιότερες συνεργασίες της. Δεν υπήρχε για εκείνη επιστροφή… Δεν είχε καταφέρει να βρει άκρη… Ήταν κλεισμένη στο καβούκι της και δεν είχε να περιμένει από κάπου μια σωτήρια λύση. Έλεγε ότι δεν υπήρχε χαραμάδα φωτός στη ζωή της. Μέσα σε δύο σχεδόν χρόνια ‘’έχασε’’ τη φωνή της. Όταν την άκουσα να μου μιλά, δεν την αναγνώρισα. Τα έχασα. Δεν ήξερα τι να της πω, δεν ήξερα πώς να τη βοηθήσω. Στα μάτια της είχε πέσει τελείως. Σου μιλούσε για εκείνη και δεν έβγαζε την ίδια νοσταλγία των ρόλων της. Είχε ξεχάσει ποια πραγματικά ήταν. Είχε αρχίσει να πιστεύει πως ξόφλησε. Για πρώτη φορά, σε εκείνο το τηλεφώνημά της τα μεσάνυχτα, κατάλαβα την απόγνωσή της κι εγώ την αδυναμία μου να τη βοηθήσω. Δεν είχα ατζέντα τέτοια, που να της φανεί χρήσιμη. Οι γνωριμίες μου ήταν ελάχιστες. Δεν ήξερα τους πρωταγωνιστές εκείνης της περιόδου, που σήμερα ίσως να νιώθουν και οι ίδιοι τη σκληράδα της εποχής.
Έτσι είναι η σόουμπιζ… Η επιτυχία, κύκλους κάνει και σε γυρίζει απότομα στη βάση σου, στο καβούκι σου, χωρίς να αναφέρομαι μόνο στη Ρένα. Η ζωή της και το άδικο τέλος της, στάθηκαν αφορμή για πολλές σκέψεις.
Τίποτα δεν είναι δεδομένο, για πάντα. «Έχει ο καιρός γυρίσματα για όλους», που θα έλεγε και η μάνα μου. Ίσως και οι ίδιοι, να βρέθηκαν στη θέση της και να ένιωσαν ακριβώς την ίδια απόγνωση. Είδαν κατάματα την αλήθεια της ματαιότητας της κορυφής, όταν δεν υπάρχει και άλλο υπόβαθρο. Μια οικογένεια, να σε περιμένει. Να σου κάνει μια αγκαλιά και να ξεχάσεις κάθε κακή στιγμή της μέρας. Να δεις, ότι δεν αξίζει να ασχολείσαι με το αν κάποιοι σε θεωρούν αναλώσιμο προϊόν και έκριναν ότι πρέπει να μπεις στο περιθώριο. Να βρεθείς για ένα μεγάλο διάστημα στα αζήτητα. Να σου συμπεριφερθούν, σα να είσαι μια στυμένη λεμονόκουπα, που αφού σε ξεζούμισαν, τώρα δεν έχουν να περιμένουν κάτι από σένα.
Από εκείνο το βράδυ, κατάλαβα στο πετσί μου τη μοναξιά του καλλιτέχνη, που όταν τα φώτα σβήσουν από πάνω του, τον ξεχνούν όλοι. Δεν μπορώ να γνωρίζω, πως ήταν στις συνεργασίες της, αν ήταν δύσκολη ή εύκολη, αλλά ξέρω ότι αγαπούσε με πάθος αυτό που έκανε. Έπαιζε, τραγουδούσε και τα χέρια της κινούνταν και καθοδηγούσαν το βλέμμα της. Τα χέρια της, έβγαζαν φλόγες και τα μάτια κίνηση. Ήταν γεννημένη Πρωταγωνίστρια! Στην πορεία, κάπου χάθηκε. Πάντα δεν φταίνε οι άλλοι, γιατί το σύστημα σε πέταξε… Κάπου θα φταις κι εσύ… Έκανες όμως τόσα λάθη, που αξίζεις μιας τέτοιας μεταχείρισης; Πάντα υπάρχει και μια δεύτερη ευκαιρία. Η Ρένα, ζητούσε μια δεύτερη ευκαιρία, απεγνωσμένα.
Από εκείνο το βράδυ, δεν μου ξανατηλεφώνησε ποτέ. Κατάλαβε, πως δεν μπορούσα να τη βοηθήσω. Έκλεισε και τη δική μου πόρτα. Ένιωσα την κατάστασή της. Φόρεσα τα παπούτσια της. Δεν βρήκα χαραμάδα φωτός.
Από τα δελτία ειδήσεων, ενημερώθηκα πως αυτοκτόνησε το καλοκαίρι του 1998, παίρνοντας μεγάλη δόση υπνωτικών. Ένιωσα το φόβο της. Συγχώρεσα την αδύναμη στάση της, στη ζωή. Πάγωσα στην είδηση. Πέρασαν από μπροστά μου οι συναντήσεις μας. Ξανάδα τα χέρια της, να κινούνται με ταχύτητα. Είδα το φως στα μάτια της. Τον δρόμο έχασα.
Είδα κατάματα, τη σκληράδα του χώρου. Ενοχοποίησα, όσους της έκλεισαν την πόρτα και πάλι τους έδωσα δίκιο. Ποτέ, δεν ξέρεις την αλήθεια.
Πάντα, ο ίδιος κύκλος. Πάντα, θα αναζητάς το δρόμο, για να ξαναμπείς στα πράγματα. Πολλοί τα κατάφεραν, διαγράφοντας μια δεύτερη καριέρα. Κάποιοι έλαμψαν περισσότερο και από την πρώτη καταγραφή του ονόματός τους, στη σοουμπίζ. Κάποιοι, τους έδωσαν μια δεύτερη ευκαιρία.
Άδικο ΤΕΛΟΣ!!!»
Περισσότερα στο http://entertv.gr/media/



0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου