Μια από τις πιο αγαπημένες φιγούρες του παλιού
ελληνικού κινηματογράφου, η Χλόη Λιάσκου, ανατρέχει στις σκληρές παιδικές της
μνήμες και στο μισό αιώνα της καριέρας. Η Αθήνα με την απελευθέρωση από τους
Γερμανούς, μετράει πληγές κι απώλειες, η φτώχεια έχει ριζώσει για τα καλά στα
αδύνατα κορμιά των κατοίκων μιας πόλης που πείνασε πολύ –στον Υμηττό δεν
έβρισκες ούτε ένα χορταράκι, λένε οι παλιοί– κι εκεί, κάπου στα Κάτω Πατήσια,
έρχεται στον κόσμο ένα παιδί που έμαθε την σκληρή όψη της ζωής από πολύ μικρό…
«Τον πατέρα μου δεν τον
γνώρισα», λέει η Χλόη Λιάσκου, πίσω από τα σκουρόχρωμα γυαλιά της, απ’ όπου
όμως διακρίνεις τα –αναλλοίωτα– φωτεινά της μάτια. «Ήμουν πολύ μωρό όταν
πέθανε. Μεγάλωσα μόνο με τη μαμά μου, σε μία μικρή μονοκατοικία που μας άφησε ο
μπαμπάς στα Κάτω Πατήσια. Ευτυχώς, η μαμά μου δεν είχε και το βάρος του
ενοικίου στο κεφάλι της, αλλά την περίοδο που ήμουν βρέφος χρειάστηκε να
σταματήσει τη δουλειά και να ασχοληθεί με το μεγάλωμά μου. Η θεία μου, η αδερφή
του πατέρα μου, μας έστελνε μία μικρή βοήθεια ώστε να έχουμε εξασφαλισμένα τα
προς το ζην»…
Τι θυμάστε από την μητέρα σας κι εκείνη την σκληρή
εποχή;
«Η μαμά μου στερήθηκε πάρα
πολλά στη ζωή της για μένα. Ήταν ένας άγιος άνθρωπος. Και μόνο που μεγάλωνε ένα
παιδί μόνη της ήταν γενναίο. Στερήθηκε πρώτα απ’ όλα τον ίδιο της τον εαυτό.
Δεν ξαναέφτιαξε ποτέ τη ζωή της. Πάντα τη θυμάμαι στη κουζίνα να βουτάει το
παξιμάδι στο τσάι της την ίδια στιγμή
που για μένα είχε ετοιμάσει τα
πάντα για να πάρω «κανένα κιλάκι τόσο αδύνατη που ήμουν». Θυμάμαι, επίσης, ότι
με κοίμιζε χειμώνα- καλοκαίρι με ανοιχτό παράθυρο για να με σκληραγωγήσει».
Οι αναμνήσεις σας ως παιδί;
«Όλες οι παιδικές μου
αναμνήσεις είναι από την αυλή του σπιτιού. Στο διπλανό σπίτι έμενε μία
οικογένεια, παρόμοια περίπτωση με τη δική μας. Μόνο μία μαμά με ένα αγοράκι.
Κάναμε πολύ παρέα. Άλλοτε στον κήπο με τα χώματα και άλλοτε στο δρόμο. Τότε
μπορούσες ακόμα να παίζεις ελεύθερα στο δρόμο, χωρίς να φοβάσαι. Ως παιδί
θυμάμαι ότι αγαπούσα πολύ τα ζώα. Μέναμε σε μονοκατοικία, όπως σας είπα, και η
μητέρα μου πάντοτε είχε σκυλιά και γάτες. Αυτή η αγάπη μου έχει μείνει έντονη
μέχρι και σήμερα. Παρόλα αυτά δεν έζησα “παιδική ζωή”. Δεν είχα χρόνο για
παιχνίδια. Από τεσσεράμισι χρόνων γράφτηκα ρυθμική. Ήταν επιθυμία της μαμάς.
Στα οχτώ σταμάτησα τη ρυθμική και άρχισα μπαλέτο στη σχολή Ζουρούδη. Η σχολή
ήταν στο Σύνταγμα. Με πήγαινε η μαμά με το τρόλεϊ τρεις φορές την εβδομάδα.
Παράλληλα γράφτηκα και στη γαλλική ακαδημία. Στα δεκαέξι σταμάτησε το κεφάλαιο
χορός, γιατί αφενός είχε αρχίσει ο κινηματογράφος και αφετέρου δεν υπήρχαν δουλειές
στην Ελλάδα για μία χορεύτρια. Ο μόνος χώρος που μπορούσε να απασχοληθεί
κάποιος ήταν αποκλειστικά η Λυρική Σκηνή. Έτσι. επαγγελματικά ασχολήθηκα μόνο
για δύο χρόνια. Τον αγάπησα το χορό, αλλά σίγουρα πολύ περισσότερο αγάπησα το
θέατρο».
Ήσασταν καλή μαθήτρια στο σχολείο;
«Δουλεύω από δεκατριών
χρόνων. Δούλευα παράλληλα με το σχολείο, το 8ο γυμνάσιο Αθηνών. Ειδικά όταν
ξεκίνησα τον κινηματογράφο και έπρεπε να κάνω απουσίες για τα γυρίσματα,
αναγκάστηκα να αφήσω το δημόσιο σχολείο και να πληρώνω ιδιωτικό ώστε να
δείχνουν ελαστικότητα με τις απουσίες μου. Έτσι γράφτηκα στην Αθηναϊκή Σχολή
που βρίσκονταν στους Αμπελοκήπους, ενώ τελείωσα στη σχολή Γουναράκη. Ήμουν
αρκετά καλή μαθήτρια, όχι άριστη. Από τις πιο έντονες σχολικές αναμνήσεις μου
ήταν όταν η Αθηναϊκή Σχόλη έκανε τη
επίδειξη στις αρχές του καλοκαιριού, στο γήπεδο του Παναθηναϊκού που ήταν
κοντά. Θυμάμαι που με έβαλαν να χορέψω έναν ελληνικό χορό».
Δεν σας πείραζε που δουλεύατε τόσο μικρή;
«Μου άρεσε γιατί έκανα κάτι
που αγαπούσα, αλλά σίγουρα ήταν πολύ κουραστικό. Κοιμόμουν αργά το βράδυ και
έπρεπε το πρωί αν ξυπνήσω να πάω σχολείο. Ήταν μεγάλο μαρτύριο. Ίσως αυτή ήταν
η αιτία που μισώ ακόμα και τώρα το πρωινό ξύπνημα».
Ο κινηματογράφος πότε ήρθε στη ζωή σας;
«Στα δεκατρία μου γνωρίστηκα
με τον Νίκο Κούνδουρο. Τότε, ο Βαρλάμος και η Ντε Πετρίλο, χορευτικό ζευγάρι
της εποχής, διάλεξαν λίγες κοπέλες από τη σχολή να τους πλαισιώνουν σε μία
θεατρική παράσταση που ανέβαζαν. Ήταν ένα είδος επιθεώρησης στην οποία έπαιζε
και ο Βέγγος. Ο Κούνδουρος, τότε, ήταν να γυρίσει το “Δάφνις και Χλόη” –που
μετά, ονομάστηκε “Μικρές Αφροδίτες”– και έψαχνε υλικό. Ήρθε στο θέατρο και με
είδε. Μάλλον ήρθε για το Βέγγο και με ανακάλυψε τυχαία. Κάναμε φωτογραφίσεις
για δύο τρία χρόνια. Όταν, λοιπόν, ήρθε η στιγμή να γυρίσει την ταινία, εγώ
είχα μεγαλώσει πια και δεν γινόταν να υποδυθώ το κοριτσάκι στις “Μικρές
Αφροδίτες”. Ο Κούνδουρος κρύβεται και πίσω από το όνομα Χλόη. Την γιαγιά μου
την έλεγαν Καλλιόπη. Έτσι με βάφτισαν. Ακόμα και η μαμά μου Χλόη με φώναζε στο
σπίτι. Μέχρι και το ξανθό χρώμα των μαλλιών μου, ο Κούνδουρος το επέλεξε.
Θυμάμαι πόσες πολλές ώρες προσπαθούσαν να μου το ανοίξουν σε ένα κομμωτήριο του
Κολωνακίου»…
Τι ρόλο έπαιζε η εξωτερική εμφάνιση εκείνη την εποχή;
«Πιστεύω ότι τότε δεν έκριναν
με την ομορφιά. Αυτό γίνεται μόνο
σήμερα. Ποτέ δεν έδιναν το ρόλο σε κάποια κοπέλα μόνο και μόνο για το κορμί και
όχι και για το ταλέντο της».
Τι θυμάστε από την πρώτη σας ταινία;
«Η πρώτη ταινία ήρθε στα 16
μου χρόνια. Ο Φίνος αναζητούσε καινούριο υλικό. Έτσι, έστειλε τον Βουτσά στη
σχολή χορού, όπου σπούδαζα τότε. Στην ίδια σχολή σπούδαζε και το κορίτσι του, η
Έρρικα Μπρόγερ. Όταν με είδε, με προσκάλεσε στα στούντιο να κάνω δοκιμαστικό.
Αυτή ήταν και η αρχή της κινηματογραφικής μου καριέρας».
Δε φοβηθήκατε τους κινδύνους του χώρου; Ήσασταν μόλις
16 χρόνων…
«Ήμουν πολύ μικρή για να
καταλάβω πιθανούς κινδύνους. Η μαμά μου ήταν εκείνη φοβόταν πολύ. Με πήγαινε
και με έφερνε σε κάθε γύρισμα. Μάλιστα,
ο θρυλικός φροντιστής του Φίνου, ο Παντελής Παλιεράκης, αστειευόταν ότι στα
γυρίσματα θυμάται πάντα το κεφάλι της μαμάς μου να ξεπροβάλλει μέσα από
θάμνους!».
Χωρίς να έχετε πείρα, ουσιαστικά, ασχοληθήκατε αμέσως
με ένα απαιτητικό είδος, το μιούζικαλ. Δεν σας δυσκόλεψε;
«Τότε τα συμβόλαια με τους
ηθοποιούς ήταν αποκλειστικά. Μπορεί να έπαιξα περισσότερο σε μιούζικαλ και σε
κωμωδίες, αλλά σε καμία ταινία δεν έπαιξα, ας πούμε, το αστείο κορίτσι. Πάντα
έπαιζα “το κορίτσι”, δεν έπλαθα κάποιον χαρακτήρα. Σχεδόν σε όλες τις ταινίες
εκείνες δεν είχα καμία ιδέα από υποκριτική. Απλώς, πάντοτε άκουγα ό,τι μου
έλεγαν. Όλες οι ταινίες που έκανα στου Φίνου έγιναν μέχρι τα δεκαοκτώ μου. Στη
Δραματική Σχολή γράφτηκα αφού πλέον είχα τελειώσει το σχολείο».
Οι σπουδές χορού σας βοήθησαν, όμως, στον
κινηματογράφο…
«Λίγοι ήταν οι σπουδαγμένοι
ηθοποιοί εκείνη τη περίοδο. Οι περισσότεροι το είχαν έμφυτο. Από τις κοπέλες,
εκείνες που ήξεραν χορό ήταν μετρημένες στα δάχτυλα. Θυμάμαι σίγουρα την Μάρθα
Καραγιάννη και την Ελένη Προκοπίου».
Πώς ήταν να δουλεύεις για τον Φίνο;
«Το κλίμα στον Φίνο ήταν πάρα
πολύ φιλικό, ακόμα και οι τεχνικοί μας θεωρούσαν οικογένεια τους. Όλο αυτό,
φυσικά, πήγαζε από τον ίδιο τον Φίνο. Δεν πηγαίναμε στα στούντιο μονάχα για τα
γυρίσματα. Πολλές φορές, τα βράδια μαζευόμασταν όλοι στο χώρο του Φίνου,
μιλούσαμε με τις ώρες ή κάναμε αστεία. Η σχέση ήταν πιο πολύ οικογενειακή παρά
επαγγελματική».
Ισχύει ότι είχατε λάβει μέρος στα Καλλιστεία;
«Ο Φίνος με είχε στείλει
κάποια στιγμή, όντως. Δεν θυμάμαι γιατί. Μάλλον για το θέμα της προβολής. Όμως,
όπως πήγα, έφυγα αμέσως. Με τον καθρέφτη δεν είχα ιδιαίτερες σχέσεις. Το μόνο
που ήθελα ήταν να είμαι περιποιημένη. Μέχρι εκεί».
Παρά τη μεγάλη καριέρα που φαινόταν να διαγράφετε στον
κινηματογράφο, δεν έχετε κάνει πολλές ταινίες. Γιατί;
«Πράγματι, όταν τελείωσε η
αποκλειστικότητα με το Φίνο, έκανα μόνο
δύο ταινίες. Η πρώτη ήταν ο “Άνθρωπος
για όλες τις δουλειές“ του Γιώργου Κωνσταντίνου, με παραγωγούς τους
Λαζαρίδη-Ρουσσόπουλο. Τη δεύτερη την έκανα με τον Παύλο Τάσσιο, ο οποίος χάθηκε
πρόσφατα. Τον ήξερα από όταν ήταν βοηθός του Δαλιανίδη, στον Φίνο. Όμως, την
επόμενη δεκαετία, ο κινηματογράφος παρήκμασε. Δεν μπήκα στον πειρασμό να κάνω
βιντεοκασέτες, παρόλο που υπήρχε ανάγκη. Για τις βιντεοκασέτες πληρώνονταν καλά
τότε οι ηθοποιοί. Υπερίσχυσαν, όμως, τα πιστεύω μου και αποφάσισα να μην δεχτώ
τις όποιες προτάσεις είχα».
Βγάλατε χρήματα στη ζωή σας;
«Ποτέ δεν έβγαλα πολλά
χρήματα. Τα χρήματα που έβγαζα ήταν ίσα ίσα για να πληρώνω αυτά που έπρεπε.
Άλλωστε, οι εποχές των πολλών χρημάτων ήταν μετά. Τότε, το χρήμα μοιράζονταν σε
πολύ λίγους ηθοποιούς. Εάν είχα άλλο χαρακτήρα, ίσως και να είχα πλουτίσει. Όλα
είναι θέμα χαρακτήρα. Ήμουν πάντα πολύ κλειστή και ντροπαλή».
Αισθανόσασταν άβολα, ας πούμε, όταν βλέπατε τον εαυτό
σας στα περιοδικά;
«Φαντάζομαι ότι σε εκείνη την
ηλικία, σίγουρα κολακευόμουν. Μου άρεσε που έκανα εξώφυλλα και συνεντεύξεις.
Θυμάμαι έντονα μία εφημερίδα που κυκλοφορούσε τότε, λεγόταν «Εμπρός», και
κυκλοφόρησε στην πρώτη σελίδα με το
πρόσωπο μου δίπλα στο πρόσωπο της Ναθαναήλ, γράφοντας για την καθεμιά μας
αντίστοιχα, “η νέα Αλίκη“ και “η νέα Καρέζη”. Ο Τύπος ήταν πολύ ευνοϊκός. Όμως,
κάθε φορά που με αναγνώριζαν στο δρόμο, ντρεπόμουν πολύ. Ακόμα ντρέπομαι. Δε με
ενδιέφερε καθόλου να με αναγνωρίζουν. Ακόμα και οι δημόσιες εμφανίσεις μου
–πέρα από τις πρεμιέρες– ήταν μετρημένες».
Δημιουργήσατε φιλίες;
«Όχι, δεν είχα ποτέ φιλίες
από τον χώρο. Οι οικογενειακές υποχρεώσεις μου με έκαναν να απέχω. Με
στενοχωρούν πολύ, όμως, οι απώλειες στο χώρο. Είμαι από τους ανθρώπους οι
οποίοι δένονται με μια εποχή. Όταν έφυγε η Έλενα η Ναθαναήλ, παρόλο που δεν
ήμασταν φίλες, αλλά βρεθήκαμε στον ίδιο χώρο και δουλέψαμε μαζί, μου κόστισε
πάρα πολύ».
Με ποιον μοιραζόσασταν, λοιπόν, τις ανησυχίες σας;
«Όλες μου τις αγωνίες για το
θέμα της δουλειάς τις συζητούσα στην αρχή
με τη μαμά μου και στη συνέχεια με τον άνδρα μου, τον Λάμπρο Κωστόπουλο.
Ήταν σκηνοθέτης του Εθνικού και καταλάβαινε καλύτερα».
Το θέατρο πότε ήρθε στη ζωή σας;
«Αμέσως μετά το σχολείο
γράφτηκα στην Δραματική Σχολή. Δε μπορούσα να πάω στο Εθνικό, επειδή έκανα τις
τελευταίες μου ταινίες. Τότε, απαγορευόταν να σπουδάζεις και να δουλεύεις
παράλληλα στον κινηματογράφο. Όμως, δεν γινόταν να μην κάνω τις ταινίες. Για
εμένα, εκείνες ήταν η επιβίωσή μου. Γράφτηκα στη σχολή του Γρηγόρη Βαφειά και
τελείωσα τη σχολή του Γιαννούλη. Εκεί ήταν μόνο ηθοποιοί του Εθνικού Θεάτρου».
Με το σύζυγό σας πότε γνωριστήκατε;
«Τον γνώρισα στη σχολή. Ήταν
καθηγητής μου, βοηθός του Αλέξη Μινωτή και σκηνοθέτης του Εθνικού. Εθίστηκα
πάρα πολύ στο Λάμπρο. Ως αρκετά μεγαλύτερος μου, ήταν ο άνδρας μου, ο φίλος
μου, η συντροφιά μου, ο σκηνοθέτης μου και ο μπαμπάς μου μαζί. Όσο ήμασταν
μαζί, δεν αισθάνθηκα ποτέ κενό. Ήταν η
ασπίδα μου. Παντρευτήκαμε το 1966. Ο γάμος έγινε στην Αγία Φιλοθέη. Ήμουν πάρα
πολύ μικρή. Δεκαεννιά ετών εγώ και 36 ο Λάμπρος. Η μαμά μου έγινε έξαλλη όταν
άκουσε για το γάμο. Δεν ήθελε να τον παντρευτώ, διότι αφενός ήταν μεγαλύτερός
μου και αφετέρου διότι είχε έναν προηγούμενο γάμο. Παντρεύτηκα με άδεια από το
δικαστήριο. Η μαμά μου δεν ήρθε στο γάμο. Μαλάκωσε μόνο όταν ήρθε το παιδί.
Τότε έφυγα από το σπίτι στα Πατήσια και νοικιάσαμε δικό μας σπίτι».
Μικρή, όμως, γίνατε και μαμά…
«Σπούδαζα ακόμα στη Δραματική
Σχολή όταν έκανα τη κόρη μου. Μετά, ήρθε και ο γιος. Στο διάστημα που
μεσολάβησε, είχα μία ατυχία στον τοκετό και έχασα άλλο ένα αγοράκι. Ήταν τόσο
μεγάλη η λαχτάρα μου για οικογένεια που δε σκέφτηκα τις συνέπειες για τη
δουλειά μου και τις ευκαιρίες που ίσως έχανα. Ποτέ δεν ήμουν της προβολής. Από
την άλλη ίσως ήταν και λάθος μου που έγινα μαμά τόσο νέα. Σε τέτοια ηλικία δεν
ξέρεις να είσαι γονιός. Θυμάμαι το γυναικολόγο μου να μου λέει κάθε φορά ότι
μεγαλώνω μαζί με το έμβρυο».
Γιατί αποφασίσατε να δημιουργήσετε οικογένεια τόσο
μικρή;
«Κουβεντιάζω πολλές φορές με
τον εαυτό μου και προσπαθώ να απαντήσω σε κάποια γιατί. Πιστεύω ότι έκανα πολύ
μικρή οικογένεια γιατί αυτή μου έλειπε. Βέβαια, τότε, δεν γνώριζα ότι ο κύκλος
ξαναπάει στην αρχή του και σύντομα καταλήγεις μόνος σου».
Λείψατε στα παιδιά σας;
«Όταν τα γέννησα, ήταν η μόνη
στιγμή που έλειψα από το θέατρο. Με βοηθούσε πολύ η μαμά μου στο μεγάλωμα τους.
Σίγουρα, δεν έχουν έντονη την παρουσία μου, αλλά δεν υπήρχε η οικονομική
δυνατότητα να λείπω από τη δουλειά. Θυμάμαι, τότε, ο Πατσιφάς, ο ιδιοκτήτης της
δισκογραφικής εταιρίας Λύρα, με πήρε τηλέφωνο. Ετοίμαζε το “Νέο Κύμα” και
επέμενε ότι πρέπει να συμμετέχω. Εγώ δεν ήξερα καν τι σήμαινε Πατσιφάς και “Νέο
Κύμα” κι έτσι, απέρριψα την πρότασή του για χάρη του Εθνικού. Μου ταίριαζε μέσα
μου καλύτερα σε σχέση με την μαρκίζα».
Τι αναμνήσεις έχετε από το θέατρο;
«Παρόλο που δεν σπούδασα στο
φυτώριο του Εθνικού, η θεατρική μου ζωή ήταν όλη στο Εθνικό Θέατρο. Στο χώρο
του θεάτρου κατάλαβα τι σημαίνει πρότυπο υποκριτικής. Προσπαθούσα να διδαχθώ
ό,τι μπορούσα από τους καταξιωμένους. Θυμάμαι με τι δέος παρακολουθούσα τη Βάσω
Μανωλίδου. Στο Εθνικό δεν έκαναν χατίρια. Δε θα σε έπαιρναν ποτέ αν δεν άξιζες.
Με το που πήγα εκεί, έκανα τραγωδία στην Επίδαυρο με σκηνοθέτη τον Σπύρο
Ευαγγελάτο. Έκανα τη Χρυσόθεμη στην “Ηλέκτρα” με πρωταγωνίστρια την Αντιγόνη
Βαλάκου. Παρά τις εξοντωτικές πρόβες, πέρασα υπέροχα στο Εθνικό. Υπήρχε μία
γλυκιά αυστηρότητα. Τα “πρέπει” και η πειθαρχία μού ταίριαζαν. Στο Εθνικό,
κάποια στιγμή, είχε ενταχθεί το “Άρμα Θέσπιδος”. Με αυτό έκανα τη μόνη μου
περιοδεία σε όλη την Ελλάδα, με ένα κλασικό έργο του Σαίξπηρ, το “Τέλος καλό,
όλα καλά”. Τότε στις περιοδείες υπήρχαν καταπληκτικά μέσα. Στις μέρες μας ξέρω
ότι οι άνθρωποι που περιοδεύουν ζουν δύσκολες στιγμές».
Έχετε καλλιτεχνικά απωθημένα;
«Το μεγάλο απωθημένο μου
είναι το Θέατρο Τέχνης. Μου άρεσε τόσο η ατμόσφαιρα που είχε δημιουργήσει ο
Κουν. Θα ήθελε κάποτε να είχα δουλέψει μαζί του, αλλά δεν έτυχε».
Μπορεί να μην κάνατε καριέρα τραγουδίστριας, αλλά
ασχοληθήκατε με το ραδιόφωνο…
«Το αγάπησα πολύ το
ραδιόφωνο. Τότε υπήρχε μόνο η ΥΕΝΕΔ και η ΕΡΤ. Είχα αναλάβει τις ποιητικές
βραδιές και το θέατρο του ραδιοφώνου. Πιθανόν τα περισσότερα ένσημα της
δουλειάς μου να τα έχω από το ραδιόφωνο. Από την ΕΡΤ έφυγα μόνο για ένα μικρό
διάστημα για να πάω σε έναν καινούριο ιδιωτικό σταθμό που είχε δημιουργηθεί
τότε και λεγόταν “Ελλάδα”. Όταν ξαναγύρισα, ανέλαβα τις δικές μου παραγωγές,
μία βραδινή εκπομπή με τίτλο “Μην πατάτε τη Χλόη“ και το “Εν αρχή είναι ο
Έρωτας”. Πριν από λίγα χρόνια, πήγα στη Σύρο που είχαν σπίτι κάποιοι φίλοι και
κατέληξα να μείνω εκεί για πέντε χρόνια, αφού ανέλαβα τη διεύθυνση του
Δημοτικού Ραδιοφώνου Σύρου. Πέρασα καταπληκτικά στο νησί!».
Τηλεόραση δεν κάνατε πολλή, όμως…
«Δεν τη σνόμπαρα ποτέ, απλώς
μου αρέσουν πολύ συγκεκριμένα πράγματα. Θυμάμαι, ας πούμε, το περίφημο “Θέατρο
της Δευτέρας”. Ήταν καταπληκτικές δουλειές. Κάναμε ένα μήνα πρόβα. Ανεβάζαμε
κανονική θεατρική παράσταση και υπήρχαν πάντα δύο σκηνοθέτες: Ο τηλεοπτικός –ο
οποίος χειρίζονταν τα μηχανήματα– και ο θεατρικός. Όταν σταμάτησε να
προβάλλεται το “Θέατρο της Δευτέρας” έλειψε πολύ στον κόσμο. Αρκετά αργότερα,
έκανα ορισμένες συμμετοχές σε σήριαλ στο ΑΝΤ1 και κάποιες παραγωγές για το Mega
μαζί με τον Ράλλη. Στην τηλεόραση, μου αρέσουν οι μεταφορές λογοτεχνικών
βιβλίων, όπως μου αρέσουν και οι δουλειές του Κοκκινόπουλου».
Πώς βλέπετε τις νέες γενιές των ηθοποιών;
«Σήμερα, τα πράγματα στον
χώρο έχουν αγριέψει πολύ. Θεωρώ, όμως, ότι υπάρχει καλό υλικό. Υπάρχουν
ταλέντα, που τους αρκεί να ζουν με ένα ζευγάρι παπούτσια και δύο πουλόβερ, σε
ένα μικρό διαμέρισμα, χωρίς να θέλουν φρου φρου κι αρώματα, μόνο και μόνο για
να δημιουργήσουν πραγματική Τέχνη. Υποκριτική σημαίνει στέρηση».
Εσείς στερηθήκατε;
«Δε γίνεται να μη στερηθείς
και να τα έχεις καλά με τον εαυτό σου. Στερήθηκα πολλά. Αλλά, με τον εαυτό μου
τα είχα πάντα καλά. Εκείνα που στερήθηκα περισσότερο, έχοντας άρνηση στην
ευκολία, ήταν τα ταξίδια και μία μικρή γωνιά πάνω στη θάλασσα. Όλα αυτά χρειάζονται
ύλη. Εξαιτίας των επιλόγων μου, στερήθηκα την ύλη».
Θα συμβουλεύατε τα παιδιά σας να ασχοληθούν με την
υποκριτική;
«Από ανασφάλεια και μόνο, δεν
θα τους έλεγα να ακολουθήσουν αυτό το δρόμο. Εάν τους είχα εξασφαλίσει τα
βασικά, μπορεί και να τα προέτρεπα εάν το ήθελαν. Αλλά, δε μπόρεσα να τα
εξασφαλίσω ούτε σε μένα»…
Τώρα πια, γνωρίζοντας και τις χαρές του θεάτρου και
τις χαρές της οικογένειας, τι θα επιλέγατε από τα δύο;
«Σίγουρα θα προτιμούσα την
οικογένεια».
Νοιώθετε μοναξιά;
«Τώρα πια, μένω στη Κυψέλη,
κοντά στη Φωκίωνος Νέγρη, σε ενοίκιο. Ο άνδρας μου πέθανε, η μαμά μου δεν
υπάρχει και τα παιδιά όταν μεγαλώνουν φεύγουν. Έτσι, καταλήγεις πάλι μόνος.
Όπως τότε, στην αρχή. Ευτυχώς που υπάρχουν τα ζώα. Το να ανοίγεις την πόρτα σου
και να σε υποδέχονται τα ζώα σου είναι σπουδαία υπόθεση».
Κάνετε σύγκριση του σήμερα με το χθες;
«Πολλές φορές. Κοιτάζοντας το
σήμερα, είναι σαν βλέπω ένα κακό όνειρο. Αισθάνομαι καταπιεσμένη, φοβισμένη και
αβέβαιη για το αύριο. Πλέον, δεν μπορώ να κυκλοφορήσω μόνη μου το βράδυ. Μακάρι
να είχα τη δύναμη να πάω να ζήσω σε ένα νησί. Δε μπορώ να το κάνω. Η ύπαρξη των
παιδιών μου με κρατάει. Το “μότο” μου, μια ζωή, ήταν ένα ποίημα του Καβάφη: “Αν
δεν μπορείς να κάνεις τη ζωή σου όπως τη θέλεις, τούτο τουλάχιστον προσπάθησε
όσο μπορείς: Mην την εξευτελίζεις”».
Πώς φαντάζεστε το μέλλον σας;
«Το μόνο που θέλω είναι να
έχω υγεία. Μου λείπουν, βέβαια, οι καλές δουλειές. Θα ήθελα πάρα πολύ να κάνω
κάτι καλό καλλιτεχνικά ή να είχα μία βραδινή εκπομπή στο ραδιόφωνο. Δυστυχώς,
δεν έχω κρατήσει επαφές με τον χώρο. Δεν έχω την ψευδαίσθηση ότι κάποιος θα μου
χτυπήσει το τηλέφωνο και θα μου πει “έλα”. Δεν έμαθα να χτυπάω πόρτες. Μία δύο
φορές που το έκανα στο παρελθόν, δεν είχα απάντηση. Ντράπηκα πάρα πολύ για να
το ξανακάνω. Όμως, μπορώ να ζήσω με τα εκατό, μπορώ να ζήσω και με το ένα»…
Life&Style
Εφιαλτικό παιχνίδι on Vimeo
vimeo.com
|


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου