«Ακούω καθημερινά για τόσους
ανθρώπους που φεύγουν και το μυαλό μου πετάει. Αν έφευγα κι εγώ; Με μια
ποιότητα ζωής που φθίνει όλο και περισσότερο… πώς μπορεί κανείς να μην το
σκέφτεται; Υποθέτω πως είμαι σε πένθος όχι μόνο για την απώλεια των δυο πιο
κοντινών μου ανθρώπων αλλά για την κατάντια και την ντροπή που ζω την έλλειψή
τους μέσα στον πόλεμο που μας βρήκε, αυτό που οι πολιτικοί μας αποκαλούν κομψά
«οικονομική κρίση». Γιατί, αναπόφευκτα συνδέω αυτό που ζω εγώ στην προσωπική
μου ζωή με την μιζέρια που βουλιάζει η κοινωνία μας. Οι σχέσεις των ανθρώπων
κλονίζονται όταν απειλείται το δικαίωμά τους στην δουλειά και την ισορροπία.
Δεν ξέρω αν τα πρόσωπα που απομακρύνθηκαν από την ζωή μου θα είχαν την ίδια συμπεριφορά
σε μιαν άλλη κοινωνική συγκυρία. Άλλες στιγμές σκέφτομαι πως ίσως η κρίση
χρησιμοποιείται από τους ανθρώπους σαν πρόσχημα για να τολμήσουν να ζήσουν αυτά
που η βολεμένη ζωή τους στερούσε…»
«Μόλις κυκλοφόρησε το νέο
βιβλίο του πολύ καλού φίλου , συγγραφέα ,κλινικού ψυχολόγου και ψυχαναλυτή
Γιάννη Βαϊτσαρά. Έχει τον τίτλο «Απώλειες» και κυκλοφορεί από τις εκδόσεις
«ΕΝΕΚΕΝ». Πρόκειται για ένα μυθιστόρημα ,με θέμα τις απώλειες όπως τις βιώνουμε όλοι με την μορφή
ημερολογίων ψυχανάλυσης. Πρόκειται για το τρίτο κατά σειρά βιβλίο του συγγραφέα
, που εκδίδεται στην Ελλάδα και το πρώτο του μυθιστόρημα»
«…Προχτές την είδα στον ύπνο
μου. Όπως την θυμάμαι, όμορφη και δυναμική με κοντοκουρεμένα μαλλιά και αντρικό
ντύσιμο. Ένα τζιν παντελόνι, και άσπρο πουκάμισο, αθλητικά παπούτσια. Ήμασταν
πάνω σε ένα ιστιοφόρο και αρμενίζαμε στο Αιγαίο. Η θάλασσα ήταν ήρεμη, ο ήλιος
λαμπρός, «επύρωνε θείος Ιούλιος μήνας» και μεις, ευτυχισμένες που ήμασταν παρέα
και μόνες, απολαμβάναμε τη χαρά της ζωής. Εκείνη, όρθια, χειριζόταν τα σκοινιά,
τα πανιά και τα κατάρτια, εγώ της διάβαζα Καβάφη ή μάλλον Ελύτη που της αρέσει,
οι στίχοι του ταίριαζαν απόλυτα στο τοπίο. Ξαφνικά, βλέπουμε μπροστά μας να
ξεπροβάλλει ένα νησί. Στην αρχή φάνηκε ο όγκος του να διαγράφεται στον
ορίζοντα, ένα βουνό που στην πλαγιά του άσπριζαν κατάλευκα σπιτάκια και στην
κορφή ένα εκκλησάκι με το καμπαναριό, δαντελλένιο κόσμημα στο γαλάζιο του
ουρανού. Τότε η μορφή της Νίκης σοβάρεψε, αισθάνθηκα πως πλησίαζε καταιγίδα.
Μου λέει : αυτό το νησί που εσύ θαυμάζεις με τα άσπρα σπίτια στο μπλε φόντο, θα
είναι η καταστροφή μας. Θα σταθεί εμπόδιο στο ταξίδι μας, δεν θα μας αφήσει να
συνεχίσουμε μαζί. Ξέρεις πώς λέγεται; Σκόπελος ! Και πριν προλάβω να αντιδράσω
βούτηξε με τα ρούχα στη θάλασσα και εξαφανίστηκε. Άδικα ούρλιαζα απελπισμένα
«μα δεν είναι η Σκόπελος, αυτή είναι η Σαμοθράκη ! ο τόπος σου !» Της το
φώναζα, γιατί συχνά αστειευόμουν πως αν υπάρχει ένα νησί που είναι της «Νίκης»
είναι η Σαμοθράκη.»


0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου